in

Τα δυο μαργαριτάρια

Του πατρός Δημητρίου Μπόκου

«…καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτία ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ,
ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ» (Ἡσ. 1, 18)

Δυο μεγάλα κακά σε μια και μόνο μέρα ήταν πολλά, ακόμα και για τον μεγάλο άρχοντα.

Πίστευε πως ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου και δεν το ’κρύβε καθόλου μάλιστα. Στην εσχατιά της γης όπου βασίλευε, άνθιζε, έργο των χειρών του, ένας επίγειος παράδεισος. Με αξιοθαύμαστη μαεστρία είχε καταφέρει να εξασφαλίσει μακρά και αδιασάλευτη ειρήνη στο μικρό του βασίλειο, μένοντας φανατικά ουδέτερος και ξένος μπρος στους ολέθριους ανταγωνισμούς των μεγάλων.

Οι άνθρωποι του πρόκοβαν στα έργα της ειρήνης, απολαμβάνοντας μια ήσυχη χαρούμενη ζωή. Η γη τους έλεγαν πως έτρεχε μέλι και γάλα. Παρατημένοι και φτωχοί, ήταν φιγούρες άγνωστες στον τόπο τους. Οι δάσκαλοι είχαν σβήσει από τα λεξικά τους λέξεις όπως ανάγκη, φτώχεια, εκμετάλλευση, έγκλημα. Κακοποιά στοιχεία ήταν από τα είδη που δεν ευδοκιμούσαν στη χώρα τους. Ο λαός λάτρευε τον άρχοντα του. Και ο καλός βασιλιάς χαιρόταν γι’ αυτό και τους φρόντιζε κάθε μέρα και περισσότερο.

Μα πρώτα απ’ όλα, ο βασιλιάς και η βασίλισσα χαίρονταν την αγαπημένη τους μοναχοκόρη, την πανέμορφη βασιλοπούλα. Μακάριζαν τον εαυτό τους που η εύνοια του Θεού τούς τη χάρισε. Η ζεστή παρουσία της γέμιζε τη ζωή τους. Μα και η καλοσύνη της δε γνώριζε τσιγκουνιά. Το γλυκό χαμόγελο της καλής αρχοντοπούλας ήταν φως λαμπερό για όλους. Απλωνόταν και πέρα απ’ το βασιλικό ανάκτορο, αγκάλιαζε την όμορφη χώρα τους, ζέσταινε με γλυκιά χαρά την κάθε καρδιά στο μικρό βασίλειο. Το βασιλικό ζευγάρι υπεραγαπούσε την κόρη του, ο λαός λάτρευε τη μέλλουσα βασίλισσα του. Ο βασιλιάς,με τη σύμφωνη γνώμη της κόρης του, είχε δώσει κιόλας γι’ αυτήν τον λόγο του, στον πρίγκιπα της γειτονικής χώρας.

Μα στην καρδιά του άρχοντα φώλιασε και μια μεγάλη ακόμη αδυναμία, που άκουγε στη μαγική λέξη: μαργαριτάρια. Τα λάτρευε. Τά ’νοιώθε πολύτιμο κομμάτι της ευτυχίας του. Και πιο πολύ, ένα πανέμορφο μεγάλο μαργαριτάρι ανάμεσά τους, φερμένο απ’ τις ζεστές θάλασσες του νότου.

Δεν πέρναγε μέρα χωρίς να αφιερώνει απ’ τον χρόνο του για να το θαυμάσει. Η ομορφιά του τον μάγευε. Τα φωτεινά του χρώματα, λάμποντας σε μοναδικές αποχρώσεις, αιχμαλώτιζαν τη ματιά του. Θα ’λεγε πως ήταν λευκό, μα καθώς το γύριζε στο χέρι του, κυμάτιζαν μπροστά του απαλά σε σπάνιους συνδυασμούς όλα τα χρώματα της ίριδας. Εξαιρετικά σπάνιο και πανάκριβο, δε δίστασε να δώσει μια περιουσία για να το κάνει κτήμα του. Μπορεί να ήταν και μοναδικό σ’ όλον τον κόσμο. Σε ποιες χρυσόχειλες οστράκινες πλάκες, για πόσο χρόνο και με πόσο πόνο να κυοφορήθηκε! Ήταν ο θησαυρός του, απ’ όλους τους θησαυρούς του ο πιο πολύτιμος. Δεν το αποχωριζόταν σχεδόν ποτέ από πάνω του. Ένοιωθε όμορφα να το χαϊδεύει κάθε λίγο στην τσέπη του, το άγγιγμα του τον ηλέκτριζε.

Κι ωστόσο μια μέρα, άσπρη και καλή απ’ το πρωί σαν όλες τις μέρες του άρχοντα, έγινε μαύρη κι άραχλη ώσπου να ’ρθει το βράδυ! Ίσως, γιατί κανένα όμορφο όνειρο δεν κρατάει για πάντα!

Δεν είχε προλάβει ακόμα ούτε δυο πήχες ν’ ανεβεί ο ήλιος τη μέρα εκείνη, και η χαρούμενη συνοδεία του βασιλιά ήταν κιόλας σκορπισμένη στα υγρά μονοπάτια του πράσινου δάσους. Τα μεγάλα σκουροπράσινα κωνοφόρα υψώνονταν λαμπαδωτά στον αιθέρα, μα άφηναν ευγενικά χώρο στις ανοιχτοπράσινες βελανιδιές και φλαμουριές και σ’ ένα πλήθος ακόμα μικρότερες πολύχρωμες συνθέσεις, όλες υπέροχες.

Κεφάτος ο άρχοντας, χαιρόταν την πρωινή φθινοπωρινή δροσιά και παρότρυνε το γυμνασμένο του άλογο να τριποδίζει με χάρη στα μικρά ξέφωτα. Οι πέρδικες τρομαγμένες φτερούγιζαν από τα πράσινα χόρτα. Μικροί σκίουροι αναπηδούσαν στα κλαδιά, κυνηγώντας τα ώριμα βελανίδια. Ως και ένας μικρός λαγός ξέφυγε φοβισμένος απ’ την αθέατη κρύπτη του και πέρασε σαν αστραπή ξυστά στα πόδια του αλόγου. Εκείνο ξαφνιάστηκε προς στιγμήν, σηκώθηκε ελαφρά στα πίσω του πόδια, μα αυτό ήταν αρκετό για να κάνει τον ανέμελο άρχοντα να χάσει την ισορροπία του και να γείρει στο πλάι. Προσπάθησε να κρατηθεί, μα δεν τα κατάφερε και τελικά κύλησε στο χώμα. Οι συνοδοί έτρεξαν, μα πριν προλάβουν, ο βασιλιάς είχε κιόλας σηκωθεί και τιναζόταν γελώντας. Πάτησε στον αναβολέα του και στη στιγμή ξαναβρέθηκε στη σέλα του αλόγου του.

Ο πρωινός περίπατος συνεχίστηκε ευχάριστα ως τη στιγμή που ο βασιλιάς κοντοστάθηκε για μιαν ανάσα, χαλάρωσε τους χαλινούς και, ακολουθώντας μηχανικά την πάγια συνήθεια του, άφησε το χέρι του να γλιστρήσει στη μεταξένια τσέπη του. Μα αντί να νοιώσει την ποθητή επαφή με το υπέροχο μαργαριτάρι του, έπιασε κενό. Ο πολύτιμος θησαυρός του έλειπε! Ο βασιλιάς κεραυνοβολήθηκε! Ακίνητος για μερικές στιγμές, σαν στήλη άλατος, δεν τολμούσε ούτε να σκεφτεί πως είχε χάσει το πολυτιμότερο απόκτημά του. Ψάχτηκε βιαστικά ολόκληρος. Ψαχούλεψε πολλές φορές τα βασιλικά του ενδύματα, αναποδογύρισε ένα προς ένα τα θυλάκιά του, πλην εις μάτην. Το στιλπνό πολύχρωμο μεγάλο μαργαριτάρι του, το σπάνιο θησαύρισμα, για το οποίο δεν έπαυε στιγμή να καμαρώνει, είχε χαθεί!

Πού να ’χε γίνει το κακό; Στο σημείο που έπεσε απ’ το άλογό του; Κάπου αλλού; Σκόρπισαν όλοι αμέσως για να ψάξουν παντού. Χτένισαν πόντο-πόντο την περιοχή. Μα αποτέλεσμα μηδέν. Όλες οι έρευνες απέβησαν άκαρπες. Το ακριβό μαργαριτάρι ήταν άφαντο. Ο βασιλιάς το πήρε πολύ κατάκαρδα. Μια βαριά κατήφεια σκέπασε το μέχρι τότε γελαστό πρόσωπό του. Δεν δεχόταν κουβέντα και παρηγοριά καμιά. Ένοιωσε οδυνηρή την απώλεια. Θεώρησε μεγάλο το κακό και ασήκωτη την κακοτυχιά που τον βρήκε. Ένας στύλος της ευτυχίας του είχε γκρεμιστεί. Η καρδιά του είχε σκοτεινιάσει. Η μέρα του που ξεκίνησε όμορφα, συννέφιασε ξαφνικά.

Η ώρα κόντευε για την επιστροφή, μα ο βασιλιάς δεν το έπαιρνε απόφαση να γυρίσει. Συνέχιζε τις βόλτες του αδιάκοπα πέρα και δώθε, ψάχνοντας κι αυτός σε κάθε μέρος, κάθε γωνιά που είχε περπατήσει απ’ το πρωί. Και τότε, σ’ ένα απόμερο μονοπάτι τον συναπάντησε το δεύτερο μεγάλο κακό.

Ένας θόρυβος σιγανός, από κλαδιά που κινήθηκαν ελαφρά, τράβηξε την προσοχή του προς τη λόχμη που μπροστά του απλωνόταν πυκνή. Σταμάτησε το άλογο, κατέβηκε προσεκτικά και με αργά βήματα πλησίασε, χώθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε στο σύδεντρο. Τι το ’θελε τώρα αυτό; Δεν έπεφτε καλύτερα ο ουρανός να τον πλακώσει;Στον πεσμένο κορμό μιας γέρικης βελανιδιάς,με τ’ άλογά τους δεμένα πιο κει, αντίκρισε ενεός, καθισμένους αγκαλιά,την κόρη του με το πρωτοπαλίκαρο της φρουράς.Το τελευταίο πράγμα που θα ’θελε ποτέ να δει!

Η γη έφυγε κάτω απ’ τα πόδια του. Το αναπάντεχο σοκτον συγκλόνισε. Την τρομερή εκείνη στιγμή ένοιωσε πως τα έχασε όλα. Είχε γκρεμιστεί ο μεγαλύτερος στύλος της ευτυχίας του. Η μέρα του, που είχε συννεφιάσει με την απώλεια του θησαυρού του, σκεπάστηκε τώρα εντελώς από πυκνό κατάμαυρο σκοτάδι. Η δεύτερη απώλειά του ήταν ασυγκρίτως οδυνηρότερη από την πρώτη. Η μονάκριβη κόρη του ήταν ο ακριβότερος θησαυρός του. Και τώρα πάει κι αυτός. Ένοιωσε ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Αυτός που μέχρι τότε καμάρωνε, πως δεν υπήρχε πιο ευτυχισμένος απ’ αυτόν. Μα να, που οι δυο μεγάλοι θησαυροί του είχαν κάνει φτερά. Δυο τόσο μεγάλα κακά, σε μια και μόνο μέρα, ήταν όντως αβάσταχτα, ακόμα και για τον καλό μας βασιλιά!

Πληγωμένος κατάβαθα, γύρισε νεκρός παρά ζωντανός κι έπεσε άρρωστος απ’ την ανείπωτη θλίψη του. Δεν ήθελε να δει κανέναν, ν’ ακούσει τίποτε. Στο στόμα του δεν έβαζε μπουκιά. Φοβήθηκαν όλοι πως πάει πια, πως θα χανόταν ο καλός τους βασιλιάς. Με το ζόρι τον σήκωναν, με το ζόρι τον έβαζαν να φάει, με το ζόρι τον έσπρωχναν να βγει, να περπατήσει, να τον δει λίγος ήλιος,να τον χτυπήσει φρέσκος αέρας.

Πικρά μετανοιωμένη η κόρη του, είπε μέσα στη μαύρη της απελπισία να πάρει των ομματιών της και να φύγει απ’ τον τόπο τους, μα ο λαός που τη λάτρευε, ξεσηκώθηκε. Της μήνυσαν ξεκάθαρα πως αυτήν και μόνο ήθελαν για μέλλουσα βασίλισσα τους, και σ’ αυτή τους την απαίτηση δεν θα έκαναν πίσω σπιθαμή. Δεν θα επέτρεπαν με τίποτε στον εαυτό τους να τη χάσουν. Η καημένη η πριγκίπισσα συγκινήθηκε βαθιά. Ταπεινώθηκε με τη θέλησή της χωρίς δισταγμό μπροστά στην τόση τους αγάπη. Παραδέχτηκε δημόσια με δάκρυα το σφάλμα της. Ομολόγησε με προφανή συντριβή πως δεν ήταν προσχεδιασμένη ενέργεια, μα εντελώς απρόσμενο ολίσθημα, αδυναμία της στιγμής. Έκαμε και επίσημα έκκληση στον πατέρα της για συγχώρηση. Από την άλλη, μέρα και νύχτα η βασίλισσα ικέτευε γονατιστή τον άντρα της, να δείξει έλεος στην κόρη τους. Μα ο βασιλιάς, βαριά εκτεθειμένοςμε τον λόγο που είχε δώσει στον πρίγκιπα, δεν ήθελε να ακούσει και να δεχτεί τίποτε. Ένοιωθε πως η τιμή του είχε τρωθεί ανεπανόρθωτα.

Θλίψη και οδύνη απλώθηκε στο μικρό βασίλειο. Οι άνθρωποι αγαπούσαν αληθινά τον βασιλιά και τη βασίλισσα τους και πιο πολύ τη βασιλοπούλα τους. Ζυμωμένη με τον πόνο η αγάπη τους τώρα, έγινε ακόμα μεγαλύτερη. Ατέλειωτες πρεσβείες έφταναν κάθε λίγο στο παλάτι, πάσχιζαν να μεσολαβήσουν για την αγαπημένη τους πριγκίπισσα. Μα όλα πήγαιναν χαμένα. Ερμητικά κλεισμένος στον εαυτό του ο βασιλιάς, απαρηγόρητος για τις δυο βαρείες του απώλειες, ήταν κουφός και μουγγός σε κάθε μεσιτεία και παράκληση. Του στοίχισε όντως αφάνταστα! Δεν μπορούσε να καταπιεί την προσβολή που τον έλουσε κατάμουτρα. Δεν του άξιζε τέτοιο ρεζιλίκι. Ήταν μέσα του πληγωμένος βαριά.

Η χαρά έφυγε απ’ το ευτυχισμένο βασίλειο. Τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν στις αυλές και οι χαρούμενες φωνές τους δεν ξανακούστηκαν στον αέρα. Ως και τα πουλιά βουβάθηκαν και δεν ξαναφάνηκε το παιχνιδιάρικο πέταγμα τους στους αιθέρες. Μαύρα κοράκια μόνο γέμιζαν τώρα τον συννεφιασμένο μελαγχολικό ουρανό και οι θλιβεροί κρωγμοί τους έκαναν πιο σκυθρωπές τις μαυροφορεμένες καρδιές. Τα λουλούδια μαράθηκαν πρόωρα και ο βαρύς χειμώνας πλάκωσε νωρίτερα στην άτυχη χώρα. Τα παραθυρόφυλλα σφραγίστηκαν, οι δρόμοι ερήμωσαν. Ο άγριος άνεμος μονάχα ούρλιαζε μακάβρια στα παγωμένα σοκάκια και μαστίγωνε άσπλαχνα τη χιονισμένη κάτασπρη γη. Τα Χριστούγεννα κόντευαν, μα τίποτε δεν κουνιόταν στη θολωμένη ατμόσφαιρα. Καμιά χαρούμενη ετοιμασία, κανένα στολίδι γιορτινό, κανένα προμήνυμα για τη μεγάλη γιορτή. Ο κόσμος φάνταζε βουβός, σκοτεινός, παγωμένος.

Ώσπου μια μέρα…

Κρεμασμένος στη σέλα του αλόγου του, αμίλητος, θλιμμένος και σκυφτός ο βασιλιάς, γύριζε απ’ τον συνηθισμένο μοναχικό του περίπατο. Είχε κάνει τον γύρο του μεγάλου βάλτου. Κάποια στιγμή οι οπλές του αλόγου μισοβούλιαξαν στη γλιστερή λάσπη, άγγιξαν τα αδιάβατα νερά που έγλυφαν σχεδόν το μονοπάτι. Η στάσιμη πρασινισμένη επιφάνεια αναταράχτηκε λίγο. Για μια και μόνη στιγμή κάτι γυάλισε στα βρώμικα νερά. Το σβησμένο βλέμμα του βασιλιά άστραψε. Κράτησε τα χαλινάρια και ξεπέζεψε. Έσκυψε κι ανακάτεψε τον βούρκο επίμονα μ’ ένα ξερόκλαδο. Ναι! Δεν έκανε λάθος. Μια μικρή αναλαμπή αναδυόταν πότε-πότε φευγαλέα και έσβηνε πάλι στον αδιάφανο πάτο.

Χωρίς δεύτερη σκέψη γονάτισε στη λάσπη. Βούτηξε τα χέρια του στα βρώμικα νερά, αψήφησε την αφόρητη δυσοσμία τους, ανάδευσε χωρίς δισταγμό τον πηχτό βόρβορο. Τα δάχτυλά του ψαχούλεψαν κάποτε ένα στρογγυλό πραγματάκι. Το σήκωσε με αγωνία ψηλά. Σκεπασμένο σχεδόν απ’ την απαίσια βρωμιά του σαπισμένου βυθού, κρατούσε επιτέλους στα χέρια του το χαμένο μαργαριτάρι του. Για πρώτη φορά ξανάνοιωσεστην καρδιά του ένα σκίρτημα.

Τα ακριβά του ρούχα είχαν βουτηχτεί μες στη λάσπη, τα χέρια του μύριζαν άσχημα απ’ τον απαίσιο βούρκο, μα δεν έδωσε σημασία. Έτρεξε στο λαγκάδι παραδίπλα αψηφώντας τις απότομες ορθοπλαγιέςτου κι έπλυνε σχολαστικά τον θησαυρό του. Το πολύτιμο μαργαριτάρι έλαμψε ξανά υπέροχο. Τα θαυμάσια χρώματά του παιχνίδισαν θαμβωτικά στο όμορφο ηλιοβασίλεμα. Το ’σφιξε πάνω του με λατρεία. Ένα φως επιτέλους έσκισε τη σκοτεινιά της καρδιάς του.

Μα και πάλι η χαρά του ήταν λειψή. Δεν έφτανε για να καλύψει την άλλη του μεγάλη θλίψη. Η βλάβη εκεί, κατά τη γνώμη του, δεν ήταν αναστρέψιμη. Δεν έπαιρνε συζήτηση το πράγμα. Δεν έβλεπε διέξοδο πουθενά.

Ο αεικίνητος χρόνος κύλησε γρήγορα, μα στάθηκε λίγο το βράδυ της παραμονής πάνω απ’ τη θλιμμένη χώρα. Πολλοί άνθρωποι τη μέρα εκείνη, πολύ περισσότεροι από άλλες φορές, μαζεύτηκαν κάτω απ’ τα βασιλικά ανάκτορα. Ικέτεψαν, στο όνομα της άγιας νύχτας που ερχόταν, για την αγαπημένη τους πριγκίπισσα. Μα όλα έπεσαν ξανά στο κενό. Η ελπίδα τους έκανε φτερά. Η απόγνωση σφράγισε ξανά τις καρδιές, οι δρόμοι άδειασαν.

Την ώρα που η μαύρη απελπισία φάνηκε να θρονιάζεται για τα καλά στην ταλαίπωρη χώρα, ένα μικροσκοπικό μαύρο σημαδάκι έκανε την εμφάνισή του στο βάθος του ορίζοντα. Κατευθυνόταν προς την πόλη τους και όσο πλησίαζε, μεγάλωνε αδιάκοπα σαν μαύρη σκιά. Έφτασε στα πρόθυρα και μπήκε στους έρημους δρόμους. Αγνάντευαν όλοι έναν ψηλό, λιπόσαρκο, άγνωστο γέρο να βαδίζει ανάλαφρα πάνω στα χιόνια. Τα κάτασπρα μαλλιά του ξετρύπωναν ατιθάσευτα απ’ τον ξεθωριασμένο του σκούφο. Τα τριμμένα του ράσα ανέμιζαν, κουρελιασμένες σημαίες, στον άνεμο. Οι πόρτες άνοιγαν η μια μετά την άλλη πίσω του.Μικροί μεγάλοι βρέθηκαν όλοι ν’ ακολουθούν περίεργοι, τεράστια ουρά, τον παράξενο επισκέπτη.

Σταμάτησε μπρος στη μεγάλη βασιλική πύλη. Ο βασιλιάς ήταν εκεί με τη βασίλισσα και τη συνοδεία του, μια και οι φήμες προέτρεξαν, περιμένοντας με την ίδια περιέργεια σαν όλους κι αυτός να δει τον άγνωστο ξένο. Ο κόσμος σιωπηλός έκαμε κύκλο μεγάλο γύρω τους.

– Άρχοντα μου, πού είναι το ακριβό μαργαριτάρι σου; ρώτησε κατευθείαν με δυνατή φωνή ο επισκέπτης, σταματώντας μπροστά του. Δεν μας το δείχνεις;

Ο βασιλιάς έβγαλε από την τσέπη του και σήκωσε ψηλά τον σπάνιο θησαυρό του, που σκόρπισε αφειδώλευτα τα υπέροχα χρώματά του στο φως, προκαλώντας τον γενικό θαυμασμό.

– Είναι αλήθεια πως το βρήκες μέσα στον βούρκο; Και το ανέσυρες μονάχος σου από ’κει βουτηγμένο στη βρωμιά;

Και στην κατάφαση του βασιλιά συνέχισε.

– Γιατί, βασιλιά μου; Τι το ήθελες σε μια τέτοια κατάσταση; Δεν σου προκαλούσε απέχθεια όπως ήταν;

– Μα η αξία του δεν χάθηκε, επειδή βουτήχτηκε στη λάσπη! διαμαρτυρήθηκε έντονα ο βασιλιάς. Θα το έπαιρνα, σε όποια βρωμιά κι αν το έβρισκα θαμμένο. Ο βούρκος δεν μπόρεσε να το βλάψει σε τίποτε. Το έπλυνα στο καθαρό νερό και να το! Έλαμψε. Το βλέπετε; Έχει την ίδια ομορφιά όπως και πριν. Η αξία του παραμένει στο ακέραιο. Δεν πειράχτηκε ούτε στο ελάχιστο.

– Δηλαδή το έπλυνες και ξανάγινε όπως πριν; Η ομορφιά του, η αξία του, δεν χάθηκαν καθόλου; Έτσι δεν είπες, άρχοντα μου; Μα να, όλοι το βλέπουμε! Αστράφτει εδώ μπροστά μας. Τι καλά που έκανες, αλήθεια, που το μάζεψες, αντί να το πετάξεις!

– Να πετάξω τέτοιο σπάνιο μαργαριτάρι; Επειδή λερώθηκε λιγάκι από τη λάσπη; ύψωσε τη φωνή του πειραγμένος ο βασιλιάς. Θεός φυλάξοι, γέροντα μου! Δεν έχασα ακόμα τα μυαλά μου! Θα αστειεύεσαι μάλλον!

– Χμ! χαμογέλασε με νόημα ο ερημίτης. Μου θυμίζεις τώρα κάτι, άρχοντα μου, με αυτά που λες. Ήξερα κάποιον άλλο βασιλιά, που έκανε το ίδιο ακριβώς με σένα κάποτε. Είχε κι εκείνος χάσει το ακριβότερο μαργαριτάρι του. Μα δεν έκατσε με χέρια σταυρωμένα. Έτρεξε, έψαξε, το αναζήτησε παντού. Άφησε τον θρόνο του και γύρισε σ’ όλη τη γη. Το βρήκε κάποτε βουτηγμένο σε βούρκο, μα δεν το σιχάθηκε καθόλου. Γονάτισε μέσα στη λάσπη, έχωσε τα χέρια του μες στη βρωμιά, το έβγαλε, το πήρε με λαχτάρα, το έπλυνε καλά, όπως κι εσύ. Και το μαργαριτάρι άστραψε ξανά, όπως και πρώτα, με τη θαμπωτική του ομορφιά, κι ακόμα περισσότερο. Γεμάτος χαρά ο βασιλιάς το πήρε μαζί του, να το ’χει πάντα στο βασίλειό του.

– Αλήθεια λες; Δεν τό ’χα ακουστά. Ποιος ήταν αυτός ο βασιλιάς;

Ίσιωσε το αδύνατο κορμί του ο καλόγερος. Έριξε το φωτεινό του βλέμμα ψηλά και έδειξε τον ουρανό.

– Αυτός! Ο πιο μεγάλος βασιλιάς! Που κατέβηκε από τα ύψη του στη γη για την ανθρώπινη ψυχή. Την αγαπημένη του νύμφη, που πρόδωσε την αγάπη του κι έφυγε μακριά του με άλλους εραστές. Μα αυτός δεν κάθισε να σκέφτεται την προσβολή στο πρόσωπό του. Το μόνο που έβλεπε ήταν η λατρεία και ο βαθύς του έρωτας γι’ αυτήν. Τη βρήκε μισοπεθαμένη, πτώμα σχεδόν ελεεινό, στον πιο βρώμικο βούρκο βουτηγμένη. Μα δεν την αποστράφηκε. Την πήρε στοργικά στην αγκαλιά του, την έπλυνε καλά-καλά, και όχι με απλό νερό, μα με το αίμα του. Όχι μόνο δεν χάθηκε η αξία της, μα της πρόσθεσε λάμψη και ομορφιά πολύ πιο πάνω από την αρχική της. Την έκανε ξανά το πιο ακριβό, το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι. Της έδωσε θέση δίπλα του παντοτινά, έγινε νύμφη του αγαπημένη, σύζυγος άσπιλη, πεντακάθαρη, αμώμητη, με δόξα και τιμή αφάνταστη.

Ο κόσμος άκουγε σιωπηλός.

– Δεν το ’ξερες αυτό, άρχοντα μου; Πώς και το ξέχασες; ρώτησε ο γέροντας, κοιτώντας τον ίσια στα μάτια.

– Και βέβαια το ήξερα! Υπάρχει άνθρωπος να μην το ξέρει;

– Και λοιπόν; Τι περιμένεις; Πότε θα καταλάβεις ποιο είναι το πιο πολύτιμο μαργαριτάρι σου; Αυτό που έπλυνες εσύ στο νερό του λαγκαδιού ή εκείνο που λεύκανε ο Θεός με την υπέρλαμπρη χάρη του; Ως πότε θα μένεις στο ολέθριο πείσμα σου; Ως πότε θα θεωρείς ακάθαρτα, «α ο Θεός εκαθάρισε»; Πού πήγε η αγάπη που είχες για την κόρη σου; Ο Θεός τη δέχεται ξανά και συ την απορρίπτεις; Αμάρτησε, ναι! Μα μετανόησε κιόλας. Μόνο τη στραπατσαρισμένη σου αξιοπρέπεια βλέπεις τελικά;Τη ζημιά που έπαθες εσύ; Μόνο τον εαυτό σου σκέφτεσαι;

– Μα πώς να τη δεχτώ, μετά από ότι έγινε;

– Μήπως και είσαι ανώτερος εσύ απ’ τον ουράνιο βασιλιά μας; Εκείνος πώς μας καταδέχεται όλους,χωρίς να μας βδελύσσεται καθόλου,κι ας είμαστε βουτηγμένοι στον βούρκο; Υπάρχει πιο αληθινή αγάπη από αυτή; Ξεχνάς πως ότι πλένει ο Θεός, όσο ακάθαρτο κι αν είναι, γίνεται λαμπρότερο από το χιόνι, καθαρότερο από το πιο λευκό μαλλί;

Ο βασιλιάς δε μίλησε. Έσκυψε το κεφάλι του κι έμεινε ώρα πολλή σκεφτικός. Έβλεπε πως είχε όντως ξεπεράσει τα όρια. Μέσα στην άκρα του δικαιοσύνη, αδίκησε. Φάνηκε υπέρμετρα αυστηρός. Έμεινε στο σφάλμα, δεν θέλησε να δει τη διόρθωση. Αγνόησε, κατάργησε, έσβησε τον άνθρωπο, για να τηρήσει μια τάξη που θα δικαίωνε τον εαυτό του. Ο άγνωστος ερημίτης είχε δίκιο. Τελικά σήκωσε το βλέμμα του.

– Ας έρθει η πριγκίπισσα! είπε σιγανά.

Σε λίγο, ντυμένη απλά, με το βλέμμα κατεβασμένοη γλυκιά βασιλοπούλα πλησίασε κι έσκυψε ταπεινά να γονατίσει μπροστά του. Μα ο πατέρας της την πρόλαβε. Της κράτησε το χέρι απαλά, την τράβηξε στην αγκαλιά του, την έσφιξε με στοργή και τη φίλησε τρυφερά. Όλοι κρατούσαν την ανάσα τους. Ως κι ο άνεμος σταμάτησε το δυνατό του ουρλιαχτό ν’ αφουγκραστεί. Μερικές γυναίκες σιγόκλαιγαν από τώρα σιωπηλά.

– Σε αδίκησα, κόρη μου! πρόφερε κομπιαστά, συγκινημένος ο βασιλιάς. Συχώρεσε με, καλή μου!

Η πριγκίπισσα δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά της. Ξέσπασε σε δυνατό κλάμα. Αναστεναγμοί και αναφιλητά ακούγονταν από παντού. Με μάτια υγρά ο βασιλιάς την ξανάσφιξεμε τη βασίλισσα στην αγκαλιά του και μια πρωτόγνωρη τρυφερότητα για το αγαπημένο του πλάσμα τον πλημμύρισε. Απ’ τη στιγμή που άφησε κατά μέρος το πείσμα του, η παλιά του αγάπη ξαναγύρισε ορμητικά. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Ξεχείλιζε από ανέκφραστη ευτυχία. Έβλεπε τώρα πεντακάθαρα ποιο ήταν το αληθινό μαργαριτάρι του, ανεκτίμηταπιο ακριβό από το άλλο, το άψυχο, που κουβαλούσε στην τσέπη του. Μα πώς αφέθηκε, αλήθεια, σε τόση τύφλωση μέχρι τώρα;

Το πλήθος ξέσπασε σε ιαχές. Πετούσαν όλοι απ’ τη χαρά τους. Έκλαιγαν και γελούσαν μαζί. Όρμησαν πάνω τους και τους σήκωσαν ψηλά. Φιλούσαν τα χέρια τους, ζητωκραύγαζαν έξαλλα. Η άγια νύχτα είχε φέρει το θαύμα της!

Ο ουρανός καθάρισε μεμιάς. Τα σύννεφα τραβήχτηκαν, ο άνεμος κόπασε, τ’ αστέρια έλαμψαν αστραφτερά. Οι καμπάνες έστειλαν στους αιθέρες ωδές θριαμβικές, η χώρα πλημμύρισε στο φως. Οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα, τα παιδιά ξεχύθηκαν στους φωτισμένους δρόμους ακράτητα, ο αγέρας γέμισε χαρούμενες φωνές. Και, πράγμα πρωτάκουστο, τα παγωμένα λουλούδια άνθισαν απρόσμεναμες στην καρδιά της βαρυχειμωνιάς. Τα λαμπερά τους πέταλα, στη ζωογόνα πνοή της άγιας νύχτας, έδωσαν τα πιο γλυκά τους χρώματα.

Οι μορφωμένοι έγραψαν στα βιβλία τους, πως δεν ξανάγιναν ποτέ τέτοια Χριστούγεννα στη χώρα τους.

Η χαρά ξαναγύρισε στο μικρό βασίλειο…για να μείνει!

Χριστουγεννιάτικες Ἱστορίες, ἀρ. 18

Χριστούγεννα 2018

Δώσε τη ψήφο σου!